Η εθνική ενότητα ξερνάει ποργκρόμ (antifa [i])

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.Τα ξημερώματα της 10ης Μαΐου δολοφονείται άγρια στην συμβολή των οδών 3ης Σεπτεμβρίου και Ηπείρου, ο Μανώλης Καντάρης με στόχο τη ληστεία της κάμεράς του. Αργότερα την ίδια μέρα νεοναζί της χρυσής αυγής, πλαισιωμένοι από κατοίκους της περιοχής, συγκεντρώνονται στο σημείο της δολοφονίας με στόχο να ξεράσουν το ρατσιστικό τους μίσος. Μετανάστες κυνηγιούνται, μαχαιρώνονται, ξυλοκοπούνται άγρια, δέχονται επιθέσεις μέσα στα σπίτια και τα μαγαζιά τους, με αποκορύφωμα τη δολοφονία με πολλαπλές μαχαιριές του 21χρονου Αλίμ Αμπντούλ Μάναν από το Μπαγκλαντές. Ταυτόχρονα στόχοι γίνονται καταλήψεις και αντιρατσιστές που βρίσκονται στην περιοχή.

«Καλά δεν υπάρχει κράτος; Και η αστυνομία τι έκανε;»

Ε, για οποιονδήποτε έχει την ελάχιστη αντιληπτική ικανότητα και επαφή με την κοινωνική πραγματικότητα, η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Κάνανε τη δουλειά τους. Δημιούργησαν, δηλαδή, το κατάλληλο περιβάλλον ώστε τα καθάρματα της χρυσής αυγής και ο ρατσιστικός όχλος, που τα αγκάλιαζε, να μετατρέψουν τα ξενοφοβικά τους προτάγματα σε πράξη. Η παρέμβαση της αστυνομίας περιορίστηκε σε υποδείξεις και φιλικά χτυπήματα στην πλάτη των ρατσιστών, έτσι για τα προσχήματα, ενώ γύρω τους εκτυλισσόταν η κτηνωδία. Αντίθετα, μεγαλύτερο ζήλο επέδειξαν στις από κοινού με τους χρυσαυγίτες, επιθέσεις τους στις αντιεξουσιαστικές καταλήψεις Villa Amalias και Σκαραμαγκά, που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή. Η απάντηση καταληψιών και αντιφασιστών ήταν άμεση και δυναμική, ενώ ταυτόχρονα οργανώθηκαν ομάδες περιφρούρησης των χώρων των καταλήψεων, ώστε αυτές να λειτουργήσουν και σαν καταφύγιο για μετανάστες που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από το φασιστικό μένος των επιθέσεων μπάτσων και ναζιστών.

Για το γεγονός της ίδιας της δολοφονίας.

Ο θάνατος ενός ανθρώπου για τη ληστεία της κάμεράς του είναι βαρβαρότητα. Η μάλλον είναι το γεγονός εκείνο, η αγριότητα του οποίου, στρέφει τα βλέμματα στην καθημερινή βαρβαρότητα που επικρατεί στο κέντρο της Αθήνας. Το τοπίο συνθέτουν οι τοπικές μαφίες διακίνησης ναρκωτικών και ανθρώπων (με παρουσία δεκαετιών στην περιοχή και με την καταλυτική συμμετοχή της αστυνομίας), ο υπερπληθυσμός και η γκετοποίηση μεγάλου αριθμού μεταναστών καταδικασμένων στην καθημερινή εξαθλίωση, ο κυνισμός, η αδιαφορία και ο φόβος από την πλευρά των ντόπιων. Ο συγκεκριμένος φόνος αποτέλεσε για τους κάθε τύπου ρατσιστές το γεγονός που ήρθε να επιβεβαιώσει την καλά δουλεμένη (με καθοριστικό το ρόλο των Μ.Μ.Ε.), εικόνα του μετανάστη-εγκληματία, που έρχεται να εισβάλλει στην ελληνική Εδέμ, με τους κατοίκους αγγελούδια.

Η αλήθεια όμως είναι, ότι ούτε οι μετανάστες είναι φύσει εγκληματίες, ούτε η Ελλάδα παράδεισος. Οι μετανάστες της περιοχής είναι άνθρωποι αιχμάλωτοι. Αιχμάλωτοι σε ένα καθεστώς παρανομίας το οποίο αποτελεί το βασικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο στηρίζεται η εκμετάλλευσή τους. Εκμετάλλευση από κάθε λογής αφεντικό σαν φτηνό αναλώσιμο εργατικό δυναμικό, από τις τοπικές μαφίες ντόπιων και ξένων, από “φιλόξενους” ιδιοκτήτες που νοικιάζουν διαμερίσματα σε δεκάδες ανθρώπους χρεώνοντας με το άτομο και τη μέρα, από τον “φιλήσυχο” ρατσιστή σαν η προσωποποίηση του Κακού και πηγή όλων αυτών που συνθέτουν τη μιζέρια του. Οι μετανάστες είναι άνθρωποι που έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με την υποτίμηση από «ευγενείς» ντόπιους, το φόβο από «αγανακτισμένους» φασίστες, τη βία από μπάτσους που συνδυάζουν δουλειά με ευχαρίστηση και τον αποκλεισμό από μία κοινωνία που -στην πλειοψηφία της- αδυνατεί να ξεπεράσει το μικροαστισμό της και να αναζητήσει τους εχθρούς της στους εκμεταλλευτές της και όχι στους υπόλοιπους εκμεταλλευόμενους.

Και αν οι φασίστες της χρυσής αυγής βρήκαν την ευκαιρία να ξυλοκοπήσουν και να μαχαιρώσουν όποιον δεν ταιριάζει στην άρια ναζιστική τους φαντασίωση, αυτό που τους έδωσε το προκάλλυμα ήταν το πλήθος των -κατά τα άλλα φιλήσυχων- ρατσιστών που κατέβηκαν στους δρόμους να ανεμίσουν την γαλανόλευκη, με φόντο αιμόφυρτους μετανάστες. Η εθνική ταυτότητα εμφανίζεται για άλλη μια φορά, στο πλαίσιο της οικονομική και κοινωνικής κρίσης, σαν το αποκούμπι για όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας. Το έθνος είναι μια έννοια χωνευτήρι κατασκευασμένη με αίμα γενοκτονιών και ιστορικούς μύθους. Μία έννοια που εξομοιώνει καταπιεστές και καταπιεσμένους και εχθρεύεται ότι δεν ανήκει σε αυτήν. Όποιος πιστεύει ότι τα προβλήματα του λύνονται με πογκρόμ ενάντια σε ανθρώπους με διαφορετικό χρώμα δέρματος, διαφορετικής καταγωγής ή θρησκείας είναι ρατσιστής. Όσο και να προσπαθούν να μας πείσουν ότι «εγώ δεν είμαι ρατσιστής», οι άνθρωποι που με την παρουσία τους επέτρεψαν το πογκρόμ, είναι το κομμάτι του παγόβουνου κάτω από το νερό, που τόσο καιρό στήριζε τον εμφανή ρατσισμό και έρχεται σιγά σιγά στην επιφάνεια.
Η απάντηση μας είναι ξεκάθαρη.

Με κοινούς αγώνες ντόπιων κα μεταναστών.
ΘΑ ΤΟΥΣ ΛΙΩΣΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΓΟΥΣ.

ΚΟΙΝΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΝΤΟΠΙΩΝ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ
ΕΠΙΔΙΩΚΟΥΝ ΤΗΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ, ΤΗΝ ΕΞΑΘΛΙΩΣΗ, ΤΟΝ ΚΑΝΝΙΒΑΛΙΣΜΟ ΜΑΣ

antifa [i]
This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.
05/11


Website Security Test